Τέσσερα, τρεισήμισι ή έξι.

1 FIRST
Του Σπύρου Παλούκη για το TEDx Thessaloniki
με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα Παιδικού Βιβλίου, 2/4/2014

Θυμάμαι να είμαι τεσσάρων ετών. Ή μάλλον τρεισήμισι. Ίσως και έξι. Τότε που τα νούμερα είχαν μιαν άλλη σημασία ή μάλλον δεν είχαν καμία απολύτως. Τότε που απλώς μετρούσαν κάτι απλό, το μπόι μου, τα παγωτά που είχα φάει, τις βουτιές μου στη θάλασσα. Θυμάμαι να είμαι μικρός, αλλά αρκετά μεγάλος ώστε να μπορώ να καθίσω δίπλα στη μητέρα μου ώστε να μου διαβάσει ιστορίες από ένα δερματόδετο τόμο. Ένα βιβλίο σαν το νησί των θησαυρών, γεμάτο πριγκίπισσες, ιππότες, δεινόσαυρους και κάθε είδους παράξενο ον. Ένα βιβλίο που με έκανε ευτυχισμένο. Καθημερινά είχα ραντεβού με τις ιστορίες του και τους ήρωές του, με τις ιστορίες μου και τους ήρωές μου. Γυρνούσαν οι σελίδες και από μέσα ξεπηδούσαν τα εντονότερα χρώματα του ουράνιου τόξου, οι πιο όμορφες πεταλούδες του κόσμου, τα πιο τρομαχτικά όντα του σύμπαντος. Αν και μικρός, είχα ταξιδέψει πάρα πολύ. Από τη γη στη σελήνη, από την Κέλτικη Ευρώπη στο νησί της Κίρκης, από τον βυθό του ωκεανού σε ένα κοριτσάκι που κρατούσε ένα κουτί γεμάτο σπίρτα. Ορκίζομαι πως τα είδα όλα αυτά με τα ίδια μου τα μάτια. Θαρρώ πως τα άγγιξα. Πως έγινα μέρος και μέλος ενός παραμυθιού χωρίς καν να το γνωρίζω.

Μετά μεγάλωσα. Σχεδόν ξαφνικά. Και το μεγάλο βιβλίο μπήκε στη βιβλιοθήκη. Τα νούμερα μεταμορφώθηκαν και απέκτησαν μιαν άλλη σημασία σχεδόν απειλητική. Τα παραμύθια ήταν πια για τα παιδιά. Όχι για εμένα. Εγώ ήθελα να κάνω άλλα πράγματα, να διαβάσω διαφορετικά βιβλία, να ταξιδέψω, να γνωρίσω τον κόσμο ή καλύτερα να τον κατακτήσω. Δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Ούτε λόγος για παιχνιδίσματα ή παιδικά βιβλία. Και όσο κατακτούσα, τόσο μετρούσα, και όσο μετρούσα τόσο ξεχνούσα. Και είδα το σύμπαν μου να συρρικνώνεται αντί να μεγαλώνει. Να γίνεται προβλέψιμο, αγχώδες, λαβυρινθώδες. Το δικό μου, κατάδικό μου σύμπαν, αυτό που είχα κοπιάσει τόσο πολύ να δημιουργήσω άρχισε να μη με χωράει. Και έβλεπα τον εαυτό μου όλο και πιο λυπημένο δίχως να μπορώ να εξηγήσω το γιατί. Και όσο δεν έβρισκα απάντηση τόσο περισσότερο μελαγχολούσα. Και όσο πιο άκεφος γινόμουν τόσο περισσότερο κοιμόμουν. Έναν ύπνο θαυμαστό, γαλήνιο και ξεκουραστικό. Σχεδόν εθιστικό.

Στο όνειρό μου επέστρεφα σε μέρη γνώριμα. Σε τόπους που κάποτε είχα επισκευφθεί και πλέον είχα ξεχάσει. Εκεί συναντούσα κι ένα παιδάκι να κάθεται δίπλα στη μητέρα του, η οποία του διάβαζε ιστορίες μαγικές μέσα από ένα βιβλίο. Ένα αγοράκι που όλο γελούσε, ρωτούσε και διαρκώς ζητούσε να τα μάθει όλα. Το βιβλίο που κρατούσε η γυναίκα στην αγκαλιά της ήταν γεμάτο λέξεις και ζωγραφιές  και έκανε τους πάντες χαρούμενους. Ένα βιβλίο θαρρείς και ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν που δυστυχώς μέρα με τη μέρα θόλωνε και χανόταν δίχως να το αντιλαμβάνεται κανείς. Όταν κάποια στιγμή το αγοράκι μεγάλωσε και το ξέχασε για τα καλά τότε ήταν που συνειδητοποίησε πως η κατασκευή όλου του κόσμου του είχε στηριχθεί σε εκείνες τις ιστορίες, σε εκείνο το παιδικό βιβλίο, σε εκείνες τις παλιοκαιρισμένες σελίδες. Ήταν όμως αργά μιας και το μόνο που πλέον μπορούσε πια να θυμηθεί ήταν η εποχή που αυτό το χτίσιμο του κόσμου δεν απαιτούσε καμία προσπάθεια. Τότε που όλα ήταν εφικτά, τα μεγάλα μικρά και τα αδύνατα δυνατά. Τότε που το παραμύθι ήταν η πραγματικότητα. Τότε που ήταν τεσσάρων ετών. Ή μάλλον τρεισήμισι. Ίσως και έξι.

Διαβάστε περισσότερα για το φωτογραφικό παραμύθι του Σπύρου Παλούκη, ‘Wonderwood’, εδώ.